του Μίκη Θεοδωράκη
Ήταν ένας κόκκινος τόμος: ο Διονύσιος Σολωμός με πρόλογο του Πολυλά. Ένα βιβλίο που μεγάλωσα μαζί του.
Το θυμάμαι, παιδί στο Αργοστόλι, σε περίοπτη θέση της βιβλιοθήκης του πατέρα μου, που την είχαμε πάντοτε μαζί μας όταν μετακομίζαμε από πόλη σε πόλη, σε κάθε μετάθεσή του ως διευθυντή νομαρχιών ανά την Ελλάδα του Μεσοπολέμου.
Έτσι ήταν που ο Σολωμός βρέθηκε από τότε, και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα αδιάλειπτα να βρίσκεται, μέσα στην καρδιά και τη σκέψη μου. Δεν είναι υπερβολή να πω ότι το έργο του με σημάδεψε.
Ήταν, μαζί με τον Παλαμά, η πλατιά πόρτα που άνοιξε για μένα στην ελληνική αλλά και την παγκόσμια γραμματεία.
Αλλά, ταυτόχρονα, ήταν και η πρώτη οδός της μύησής μου στα μεγάλα ιδανικά για τα οποία πάλεψα σε όλη μου τη ζωή: αυτά της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της πατρίδας.
Ακόμα θυμάμαι, σαν να είναι τώρα, παιδί στην Τρίπολη, όταν πια είχαν μπει οι Γερμανοί, πόση δύναμη έπαιρνα από την ποίησή του και πόσο αυτή οδήγησε από τότε τις πράξεις μου. Ήταν ο δάσκαλός μου.
Διάβαζα ασταμάτητα τον Πλάτωνα, τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή, τον Σαίξπηρ, τον Γκαίτε, τον Αντρέγεφ, τον Νίτσε, τον Σοπενχάουερ, άρχιζα μετά να μελετώ τον Μπαχ, τον Μπετόβεν και τον Μπραμς, αλλά ο Καρυωτάκης, ο Παλαμάς και, κυρίως, ο Σολωμός, ήταν οι πραγματικοί δάσκαλοί μου.