Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

«Ἕλληνας εἶμαι, ᾽ωρέ...!»


Θαρρῶ πώς τό ἔχω ξαναγράψει στά «Πολιτικά Θέματα» πρό 25ετίας.

 Κάποια συγκυρία μέ ἔκανε νά τό ξαναθυμηθῶ. Ἤμαστε στό σωτήριο ἔτος 1958. 

Τότε ἡ μεγάλη «ἀττραξιόν» τῶν Ἀθηνῶν ἦταν ἡ ἀναμορφωμένη ἀπό τόν Κωνσταντῖνο Καραμανλῆ πλατεία Ὁμονοίας, μέ τό συντριβάνι καί τόν λοξό πίδακα καί τίς κυλιόμενες σκάλες. 

Ἦταν ἀκόμη ἐποχή πού ἡ Ἀθήνα γινόταν τραγούδι καί ἡ ἀξέχαστη Βλαχοπούλου (ἄν δέν κάνω λάθος) «κρεάρησε» τό ἄσμα: «Νά ἡ Ὁμόνοια πλάτς». 

Τώρα ἡ Ἀθήνα δέν εἶναι γιά τραγούδι· εἶναι γιά κλάματα...

Στεκόμουν τότε πρό τοῦ διασήμου φαρμακείου «Π. Μπακάκος» καί θαύμαζα τό νέο τεχνολογικό ἐπίτευγμα: νά ἀνεβαίνεις, νά κατεβαίνεις, χωρίς νά κινεῖς τά πόδια σου. 

Νά σέ ἀνεβάζουν καί νά σέ κατεβάζουν μόνες τους οἱ κυλιόμενες σκάλες. 

Δίπλα μου ἦταν δύο νεανικά ἀποπλύματα. «Τεντυμπόυς» τούς ἔλεγαν τότε ἤ «τσιρολεμέδες» στήν βαρειά ἀργκό. Σιχαινόταν μύγα νά καθίσει πάνω τους. Οἱ ἐν λόγω τύποι χασκογελοῦσαν μέ τόν φόβο κάποιων γυναικῶν πού, κατά τήν προσπάθειά τους νά «ἀποβιβασθοῦν» παραπατοῦσαν. Κάποιες ἔβγαζαν καί παροξύτονες τσιρίδες. Καί οἱ «τσιρολεμέδες» ἔκαναν χάζι καί τούς πετοῦσαν περιπαικτικές φράσεις.

Καί ξαφνικά τό «τοπίο» ἄλλαξε. Οἱ κυλιόμενες σκάλες ἀνέβαζαν ἄλλου τύπου φορτίο. 

Στήν ἀρχή φάνηκε ἕνα κόκκινο φέσι, μετά μιά πυκνή χαίτη, ἀκολούθως μιά κεφαλή μέ μύστακα μιά πιθαμή, μιά γκλίτσα ἁπλωτή στή ράχη, φέρμελη χρυσοκέντητη, πουκάμισο λευκό καί στῆθος λάσιο ἀνδρουτσικό, ζώνη πολύθηκη καί φουστανέλλα πολύπτυχη. 

Καί τέλος κάλτσες μάλλινες λευκές («χολέβες» στήν ποιμενική γλώσσα), μέ ὑστερόγραφο τσαρούχι γυριστό μέ φούντα σάν ἀνθισμένο τριαντάφυλλο.
Ὅλοι παρακολουθούσαμε τό θέαμα ἐνεοί, ἄλαλοι, ἔκθαμβοι δηλαδή. Προσωπικά εἶχα τήν αἴσθηση ὅτι ξαναζωντάνεψε τό ᾽21. Οἱ «τσιρολεμέδες» δίπλα μου, νομίζοντας ὅτι τό πράγμα σήκωνε πλάκα, ἀναβόησαν:

– Τί εἶναι αὐτός, ρέ;

Καί ὁ «αὐτός» μέ περιφρονητικό βλέμμα, πού σάν γομολάστιχα τούς ἔσβησε ἀπό προσώπου γῆς, τούς ἀποκρίθηκε ἀγέρωχα:

– Ἕλληνας εἶμαι ᾽ωρέ! Ἐσεῖς τί εἶστε;

Τά κλάσματα ἀνθρώπου δέν μποροῦν νά εἶναι τίποτε. Τό πολύ νά γίνουν «προοδευτικοί» γιά νά ἐξασφαλίσουν – χάρη σέ μιά ταμπέλλα– κάποια θέση στό «βολευτικό» σύστημα, πού –κακῆ τῆ τύχη– καθιερώσαμε, χάρη στήν ἀπόλυτη κυριαρχία τῆς κλίκας καί τῆς συνομοταξίας τῶν περιτριμμάτων, τῶν παρασαρκωμάτων καί τῶν περικαθαρμάτων. 

Καί πρός ἄρσιν παρεξηγήσεων διευκρινῶ: κάθαρμα ἤ περικάθαρμα εἶναι πᾶν τό ἀποβαλλόμενο ἤ ἀπορριπτόμενο –κυρίως στή θάλασσα– μετά ἀπό θυσία καθαρμοῦ ἤ ἐξαγνισμοῦ, προκειμένου νά ἀποβληθεῖ κάποιο ἄγος.

Ὅταν, λοιπόν, τά περικαθάρματα (ἀργότερα ὁ ὅρος πῆρε τή σημασία τοῦ σκουπιδιοῦ) γίνονται καθεστώς, ποῦ νά βρεῖ θέση ὁ Ἕλληνας ὁ αὐθεντικός, ὁ Καραϊσκάκειος ἤ ὁ Μακρυγιαννικός; 

Ποιός τολμᾶ σήμερα νά μνημονεύσει τά ὀνόματα τοῦ Βελισσαρίου, τοῦ Παπακυριαζῆ, τοῦ Μανωλίδη, τοῦ Ἰατρίδη καί τῶν λοιπῶν εὐάθλων μαχητῶν τῆς ἐθνικῆς ἐποποιίας 1912-1913; Ποιός τολμᾶ νά μιλήσει γιά Ἀλέξανδρο Διάκο, γιά Φριζῆ, Δαβάκη καί Κατσιμῆτρο ἤ γιά τόν ταγματάρχη Κωνσταντῖνο Βερσῆ; 

Τί ξέρουν γι᾽ αὐτούς ὅλοι αὐτοί οἱ ἀλλοπρόσαλλοι νεαροί πού παριστάνουν τούς ἐπαναστάτες γιά νά γίνουν μετά ἀπό λίγο καρεκλοκράτες, καναλοκράτες, γραφειοκράτες καί διά βίου «κεκράκτες»;

Εἶναι πολλά πού μέ πικραίνουν στόν τόπο αὐτό σέ βαθμό τέτοιο πού πρό πενταετίας εἶχα πάρει τήν ἀπόφαση νά φύγω ἔξω ἀπ᾽ ἐδῶ, ὅπου οὐσιαστικά κυριαρχεῖ ὁ «ὀξαποδῶ», καί νά ἐγκατασταθῶ στό Καργκέζε τῆς Κορσικῆς ἤ στό Τόμιντουλ τῆς Σκωτίας. 

Ἐκεῖ δέν θά αἰσθανόμουν ἐνοχή τό νά λέω ὅτι εἶμαι Ἕλληνας. Σήμερα βλέπω τό ζήτημα διαφορετικά. 

Μιά τέτοια στάση θά ἦταν λιποταξία. Θά μείνω ἐδῶ καί θά μιλῶ ἤ θά γράφω γιά τούς ὑπέροχους Ἕλληνες τοῦ χθές. Ὄχι ὅτι λείπουν τέτοιοι καί σήμερα. Δέν λείπουν, ἁπλῶς τούς καλύπτουν. Ὅταν οἱ κράκτες καί οἱ κεκράκτες θά μιλοῦν γιά Χατζατζάρηδες, ἐγώ θά μιλάω γιά ἥρωες, χωρίς νά σημαίνει ὅτι θά κρύβω τά ὅποια στίγματα ἤ κρίματα. Οὐδείς ἔπραξε ἔργα μεγάλα καί θαυμαστά ἀκηλίδωτος. Ἀκηδίλωτοι μπορεῖ νά μείνουν ὅσοι δέν ἔπραξαν τίποτε.

Συνεπῶς αὐτοί πού ἀναζητοῦν τό πολιτικό στίγμα μου, ἄς μήν τό ψάχνουν στό παλαιολιθικό διώνυμο «ἀριστερός»- «δεξιός». Τό στίγμα μου προσδιορίζεται ἀπό τή λέξη «Ἕλληνας», ὅσο κι ἄν μοῦ κοστίζει αὐτό. Καί φυσικά Ἕλληνας ὄχι ὅπως τόν προσδιορίζει ὁ Σουρῆς, διότι παιδιόθεν ἄχρι γήρατος δουλεύω σάν σκυλί. Φρονῶ ὅτι γιά νά σωθοῦμε χρειάζεται μιά νέα πολιτική πού νά περιέχει ἀγάπη καί πόνο γιά τήν πατρίδα. 

Χωρίς αἴσθημα πατρίδος ὁ λαός οὐδέν κατορθοῖ. Μπορεῖ νά ἀλαλάζει ἤ νά βελάζει, ἀλλά θά μεταιοπονεῖ. Σήμερα ἐνεργοῦμε, πολίτες καί πολιτικοί, σάν νά ἔχουμε τήν ἐπιθυμία τοῦ θανάτου. Εἰλικρινά, θά ἤμουν εὐτυχής ἄν ἔβλεπα κάποια στιγμή ἕναν ἀρειμάνιο πολιτικό (κι ἄς μή φοράει φουστανέλλα) νά βροντοφωνάζει:

– Ἕλληνας, εἶμαι, ᾽ωρέ...».

Γιά νά πάψει ἡ λέξη Ἑλλάς νά συντάσσεται μέ τήν ντροπή...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου