Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται.

Red.Squarewide Η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται
Η Ρωσία συνεχίζει μεν να είναι αδύναμη οικονομικά, αλλά έχει επιβιώσει από τη σφοδρή επίθεση των αγορών και της Δύσης – οπότε το μέλλον της δεν είναι δυσοίωνο, ειδικά εάν πράγματι συμμαχήσει τελικά με τις Η.Π.Α., συνεργαζόμενη μαζί τους.

«Η γεωπολιτική θέση ήταν πάντοτε κατάρα για τη Ρωσία – αφού αποτελούσε ανέκαθεν στόχο, κυρίως λόγω του γεωγραφικού της μεγέθους, καθώς επίσης του πλούτου της σε ενέργεια και πρώτες ύλες. 
Άλλωστε η ιστορία διδάσκει πως όλα εκείνα τα Έθνη που έχουν στην ιδιοκτησία τους κάτι πολύτιμο, όπως για παράδειγμα μία πλεονεκτική γεωγραφική θέση, πρώτες ύλες ή τεράστιες γεωργικές εκτάσεις, υφίστανται διαρκώς εχθρικές ...
....επιθέσεις διαφόρων μορφών.
Εάν προσθέσουμε τώρα σε όλα αυτά τα ατελείωτα σύνορα της Ρωσίας που δεν είναι εύκολο να προστατευθούν, καθώς επίσης έναν ετερόκλητο πληθυσμό που είναι δύσκολο να κυβερνηθεί, τότε θα κατανοήσουμε καλύτερα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει.  
Εκτός αυτού, η Ρωσία έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες που δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την επίλυση των προβλημάτων της, όπως είναι η εθνική της υπερηφάνεια – η οποία προηγείται πολύ συχνά του «πραγματισμού», με αποτέλεσμα να έχει γνωρίσει στην ιστορία της πολλές περιόδους οικονομικής ύφεσης, παρά τον πλούτο και τη δίψα της για επιτυχία. Ακριβώς για το λόγο αυτό έχει χρησιμοποιήσει συχνά ξένους ως καθοδηγητές της – όπως στο παράδειγμα του πολέμου με τη Γαλλία του Ναπολέοντα, όπου πολλοί αξιωματικοί του στρατού της ήταν Γερμανοί, οι οποίοι διακρίνονται για το ρεαλισμό τους.
Η αμετροεπής υπερηφάνεια που τη χαρακτηρίζει ήταν και είναι η αιτία, λόγω της οποίας πολλές χώρες φοβούνται τις υπερβολικές αντιδράσεις της – οπότε δεν είναι παράδοξο το γεγονός ότι, όταν η Ρωσία έφτασε στο στάδιο της οικονομικής σταθεροποίησης, με επόμενο τη μετατροπή της σε μία ανεπτυγμένη χώρα, η Δύση άρχισε να αισθάνεται ξανά φόβο«.
.Ανάλυση
Είναι γνωστό πως ούτε η Ρωσία κατάφερε να αποφύγει την εισβολή του ΔΝΤ, βιώνοντας τη στρατηγική σοκ και δέους – αν και θεωρείται ως το μεγαλύτερο λάθος του Ταμείου, καθώς επίσης του Αμερικανού προέδρου εκείνης της εποχής, αφού τελικά εγκαταλείφθηκε από το ΔΝΤ και χρεοκόπησε. Έκτοτε όμως ισχυροποιήθηκε σταδιακά, όπως φαίνεται από το γράφημα Ι – σύμφωνα με το οποίο το ΑΕΠ της σε όρους αγοραστικής αξίας (ΡΡΡ), μετά την κατάρρευση του έως το 1999, ακολούθησε μία έντονα ανοδική πορεία.
russian.gdp.since.1989
Επεξήγηση γραφήματος: Εξέλιξη του ΑΕΠ της Ρωσίας σε όρους αγοραστικής αξίας και σε δις $ από το 1989 έως το 2016.

Το 2014 όμως η Ρωσία, ειδικά ο πρόεδρος της, αποτέλεσε το βασικό στόχο της Δύσης, κυρίως των Η.Π.Α. και της Γερμανίας – όπου, εκτός από την τεράστια χρηματοπιστωτική επίθεση που δέχθηκε, συμπεριλαμβανομένων των τιμών της ενέργειας και του νομίσματος της, υπέστη πολύ αυστηρές κυρώσεις με πρόσχημα την προσάρτηση της Κριμαίας.
Εν τούτοις φαίνεται πως τελικά ωφελήθηκε, επιλέγοντας θαρραλέα την αντεπίθεση –  πιθανότατα επειδή πρόκειται για έναν ανθεκτικό και υπερήφανο λαό, ο οποίος δεν αποδέχεται το ζυγό, πληρώνοντας χωρίς διαμαρτυρίες το όποιο κόστος της ελευθερίας του. Αναλυτικότερα, ο πρόεδρος Putin απαγόρευσε αμέσως την εισαγωγή ενός μεγάλου αριθμού τροφίμων τόσο από την ΕΕ, όσο και από τις Η.Π.Α. – ενώ το σταμάτημα των εισαγωγών συνοδεύθηκε από κρατικές παραχωρήσεις/επιδοτήσεις στον αγροτικό τομέα, με αποτέλεσμα να αυξηθεί δραματικά η γεωργική παραγωγή της χώρας.
Συγκεκριμένα, πριν από τις απαγορεύσεις τα εισαγόμενα αποτελούσαν το 40% όλων εκείνων των τροφίμων που πωλούνταν στη ρωσική αγορά, από τομάτες έως κοτόπουλα –ενώ οι πολυεθνικές, όπως η Kraft, η Danone και η Nestle ήταν πανταχού παρούσες. Οι Ρώσοι είχαν στην κυριολεξία ξεχάσει τις γεύσεις των δικών τους προϊόντων – ενώ οι δυτικοί αγροτικοί όμιλοι αντικαθιστούσαν σταδιακά τα ρωσικά, υψηλής ποιότητας γεωργικά αγαθά, με τα δικά τους μαζικής παραγωγής και αμφιβόλου προέλευσης, αλλά χαμηλής τιμής.
Εν τούτοις, μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια, η κατάσταση άλλαξε ριζικά – αφού η ρωσική γεωργία βίωσε μία σιωπηλή, αλλά δραματική αναγέννηση, η οποία έχει δώσει μία διαφορετική εικόνα στην οικονομία της χώρας. Όπως δήλωσε πάντως ο πρόεδρος Putin στην ετήσια ομιλία του στη Δουμά, η Ρωσία οφείλει να γίνει αυτάρκης έως το 2020, όσον αφορά την παραγωγή τροφίμων – γεγονός που σημαίνει ότι, θα έπρεπε να βρεθούν εναλλακτικοί τρόποι, για το 40% της κατανάλωσης των τροφίμων, τα οποία εισάγονταν.
Συνεχίζοντας, ο πρόεδρος Putin ανακοίνωσε επίσης ότι «η Ρωσία είναι σε θέση να γίνει ο μεγαλύτερος παραγωγός παγκοσμίως, σε υγιεινά, φιλικά στο περιβάλλον και υψηλής ποιότητας τρόφιμα, τα οποία αδυνατούν πλέον να προσφέρουν οι δυτικοί γεωργικοί όμιλοι». Εκτός αυτού, επέβαλλε ευρείες απαγορεύσεις για τη χρήση γενετικά μεταλλαγμένων σπόρων, καθώς επίσης για τις εισαγωγές μεταλλαγμένων τροφίμων – αλλάζοντας εντελώς τους κανόνες.
Παράλληλα, οι εισαγωγές της Ρωσίας μειώθηκαν κατά περίπου 40% από το 2013 έως τα τέλη του 2015, στα 26,5 δις $ – ενώ η χώρα εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα διεθνώς κράτη, όσον αφορά τις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων. Το 2015 εξήγαγε τρόφιμα σε 140 χώρες, κερδίζοντας περί τα 20 δις $ – περίπου 5 δις $ περισσότερα από το 2014 (σχεδόν 35%), σε μία εποχή που είχαν ήδη επιβληθεί οι κυρώσεις εκ μέρους της Δύσης.
Για να γίνει κατανοητό το ποσόν αυτό, οφείλει κανείς να γνωρίζει πως είναι κατά 25% υψηλότερο από εκείνο που κερδίζει από τις εξαγωγές πολεμικού εξοπλισμού – ενώ είναι ίσο με το ένα τρίτο των εσόδων της από την πώληση φυσικού αερίου. Με δεδομένο τώρα το ότι, το 70% της ρωσικής αγροτικής γης ανήκει σε ιδιώτες, κυρίως οι εύφορες περιοχές στη νότια Ρωσία, κατανοεί κανείς τα οφέλη για τον πληθυσμό της – ενώ διαθέτει επίσης την καλύτερη αγροτική γη παγκοσμίως (μαύρο χώμα), σε μία από τις δύο ζώνες που υπάρχουν στον πλανήτη (στέπα της Ευρασίας), στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας και αλλού.
Περαιτέρω, κατά την προηγούμενη σοδειά, η Ρωσία ξεπέρασε τις Η.Π.Α., κατορθώνοντας να αναδειχθεί στη μεγαλύτερη εξαγωγική χώρα σιτηρών παγκοσμίως – γεγονός που θεωρείται ιστορικό. Σημείωσε επίσης ρεκόρ στις σοδειές καλαμποκιού, ρυζιού, σόγιας και μαύρου σιταριού – με σημαντικότερους πελάτες της, όσον αφορά τα σιτηρά, καθώς επίσης τη σίκαλη, την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία, το Ιράν, την Υεμένη, τη Λιβύη, τη Νιγηρία, τη Νότια Αφρική και τη Νότια Κορέα.
Σήμερα η Ρωσία επιτρέπει την ενοικίαση της εγχώριας αγροτικής γης της σε ξένους – διεξάγοντας συζητήσεις με ομίλους τροφίμων της Κίνας και της Ταϋλάνδης, σε σχέση κυρίως με τον εκσυγχρονισμό ορισμένων γεωργικών κλάδων, όπως η παραγωγή γάλατος. Το κρατικό επενδυτικό της κεφάλαιο (Russian Direct Investment Fund), σε συνεργασία με την Κίνα, έχει δημιουργήσει ένα άλλο αξίας 2 δις $, με στόχο τις επενδύσεις σε αγροτικά εγχειρήματα – ενώ με τον όμιλο «CP Group» της Ταϋλάνδης ίδρυσε μία κοινή εταιρεία, η οποία σχεδιάζει να κατασκευάσει το μεγαλύτερο ολοκληρωμένο γεωργικό συγκρότημα της χώρας.
Ενδιαφέρον είναι επίσης το γεγονός ότι, η ρωσική Ολιγαρχία έχει πάψει πλέον σε μεγάλο βαθμό να επενδύει τα χρήματα της σε ακίνητα του Λονδίνου ή σε άλλες επιχειρήσεις του εξωτερικού που δεν ωφελούν την οικονομία της χώρας της – επιλέγοντας την τοποθέτηση τους στον αγροτικό τομέα της χώρας τους, λόγω των κινήτρων που τους προσφέρονται. Σε κάθε περίπτωση, οι αγαπημένες επενδύσεις σήμερα των Ρώσων είναι η αγροτική γη και τα ευρωπαϊκά ξενοδοχεία – κάτι πολύ ενδιαφέρον για τη χώρα μας, αφού οι δύο αυτοί τομείς είναι οι σημαντικότεροι πυλώνες της οικονομίας της.
Για παράδειγμα, όταν ο πρόεδρος Putin δήλωσε ότι, η Ρωσία θα πρέπει να είναι αυτάρκης αγροτικά έως το 2020, ένας από τους πολύ πλούσιους Ρώσους αγόρασε μέσω της εταιρείας του (AFK Sistema) ένα τεράστιο αγροτικό συγκρότημα – το οποίο λειτουργεί θερμοκήπια μεταξύ της Μαύρης και της Κασπίας Θάλασσας που παράγουν κυρίως τομάτες και αγγούρια. Η εταιρεία έχει επενδύσει ήδη 9 δις ρούβλια, ενώ θέλει να αναρριχηθεί αγοράζοντας γη, σε έναν από τους πέντε μεγαλύτερους παραγωγούς γάλατος της Ρωσίας.
Ένας άλλος Ρώσος, παραγωγός ζάχαρης και κρέατος, επιδοτήθηκε με 3 δις ρούβλια από το κράτος, καθώς επίσης με τη μη φορολόγηση των κερδών του, για να διεξάγει νέες επενδύσεις – με αποτέλεσμα το ποσοστό των καθαρών κερδών του να εκτοξευθεί στο 33%, υπερβαίνοντας ακόμη και το αντίστοιχο της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil.
Ολοκληρώνοντας, στην επόμενη φάση με κατεύθυνση την αυτάρκεια, υπολογίζεται πως θα συμπεριληφθούν 40 εκ. εκτάρια που δεν εκμεταλλεύονταν μέχρι σήμερα – μεγάλο μέρος των οποίων είχε εγκαταλειφτεί τη δεκαετία του 1990, όταν η οικονομία της χώρας είχε καταρρεύσει. Πρόκειται για μία έκταση ίση με ολόκληρο το Ιράκ – μέρος της οποίας ο ρώσος πρόεδρος δώρισε, για να προσελκύσει περισσότερους στην αγροτική οικονομία.

Λογικά λοιπόν η χώρα θα αναπτυχθεί με βιώσιμο ρυθμό, αφού υιοθετεί τέτοιες έξυπνες στρατηγικές – οπότε η EE μάλλον πυροβόλησε τα πόδια της με τις επιθετικές ενέργειες της, ειδικά εάν πράγματι συμμαχήσουν οι Η.Π.Α. με τη Ρωσία. Σε κάθε περίπτωση, η Ρωσία έχει πάψει να στρέφεται οικονομικά προς τη Δύση, επιλέγοντας την Ανατολή – όπου η γεωργία διαδραματίζει έναν πολύ σημαντικό, κεντρικό ρόλο.
Η μακροοικονομική κατάσταση της ρωσικής οικονομίας
Η βασική εικόνα τώρα των μακροοικονομικών μεγεθών της Ρωσίας φαίνεται από το συγκεντρωτικό γράφημα νούμερο 2 που ακολουθεί – μέσω του οποίου μπορεί κανείς να έχει μία σφαιρική, περιληπτική άποψη. Ειδικότερα τα εξής:
russia.summary.table
(α)  Στο 1ο διάγραμμα (βλ. αντίστοιχη αρίθμηση) παρατηρούμε τις τελευταίες εξελίξεις, όσον αφορά το ποσοστό του ρυθμού ανάπτυξης της ρωσικής οικονομίας (ΑΕΠ). Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, η ανάπτυξη του ενεργειακού γίγαντα είχε αρχίσει ήδη να επιβραδύνεται πριν από την έλευση της ενεργειακής κρίσης, καθώς επίσης των δυτικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν. Η απότομη πτώση των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου στη συνέχεια, σε συνδυασμό με τις κυρώσεις, απλώς επιτάχυναν την επιβράδυνση – βυθίζοντας τελικά τη χώρα στην ύφεση.
(β)  Στο 2ο διάγραμμα βλέπουμε την εξέλιξη του χρέους ως προς το ΑΕΠ της Ρωσίας, η οποία δεν συμβαδίζει με την εικόνα που έχει μεταδοθεί από τα διεθνή ΜΜΕ.  Συγκεκριμένα, σε δημοσιεύματά τους γινόταν συχνά χρήση ενός δείκτη «Χρέους προς ΑΕΠ», ο οποίος έδινε την εντύπωση πως το 2015-16 το χρέος της χώρας αυξήθηκε σημαντικά. Στην πραγματικότητα όμως, το χρέος την περίοδο αυτή είχε σταθεροποιηθεί, ενώ η παρερμηνεία βασίσθηκε στο γεγονός ότι ο δείκτης, έχοντας ως παρανομαστή το ΑΕΠ, εμφάνιζε αύξηση στο χρέος επειδή η ρωσική οικονομία δεν αναπτυσσόταν αλλά παρέμενε στάσιμη.
(γ)  Το 3ο διάγραμμα έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή αποκαλύπτει τον κύριο λόγο, ένεκα του οποίου οι αποδόσεις των ρωσικών ομολόγων, καθώς επίσης των ασφαλίστρων έναντι κινδύνου χρεοκοπίας της χώρας (CDS), αυξήθηκαν απότομα.
Ξεκινώντας από τα ρωσικά συναλλαγματικά αποθέματα, θα μπορούσαν να παρομοιαστούν με τη ρευστότητα που συναντάμε στις επιχειρήσεις. Ειδικότερα, εάν μια επιχείρηση βρεθεί αντιμέτωπη με μία μειωμένη ρευστότητα, κινδυνεύει να χρεοκοπήσει – ανεξάρτητα από το εάν ο ισολογισμός της είναι υγιής, ενώ είναι παράλληλα κερδοφόρα. Αντίστοιχα, όταν ένα κράτος έχει πρόβλημα ρευστότητας (μειωμένα συναλλαγματικά αποθέματα), οι κίνδυνοι χρεοκοπίας του κλιμακώνονται – οπότε αυξάνονται τόσο τα επιτόκια δανεισμού του (αποδόσεις ομολόγων), όσο και τα CDS
Η αιτία τώρα, λόγω της οποίας τα συναλλαγματικά αποθέματα της Ρωσίας μειώθηκαν τόσο πολύ, όπως διαπιστώνεται από το τρίτο διάγραμμα, είναι επειδή το οικονομικό της επιτελείο αποφάσισε να τα χρησιμοποιήσει για την αποπληρωμή των εξωτερικών χρεών της χώρας. Επέλεξε δε αυτόν τον τρόπο, επειδή θέλησε να αποφύγει να πληρώσει περισσότερα, λόγω της ραγδαίας υποτίμησης του ρουβλίου.
Για την καλύτερη κατανόηση του θέματος, όταν ένα νόμισμα υποτιμάται κατά 50%, τότε το χρέος σε ξένο νόμισμα αυξάνεται κατά 100% – οπότε, εάν η Ρωσία αποφάσιζε να αποπληρώσει το ληξιπρόθεσμο εξωτερικό της χρέος με ρούβλια, θα πλήρωνε τα διπλάσια. Ως εκ τούτου επέλεξε να αποπληρώσει τα ξένα χρέη της με ξένα νομίσματα – δηλαδή, με τα συναλλαγματικά της αποθέματα σε δολάρια.
Την ίδια στιγμή όμως μειώθηκαν δραματικά, καθώς επίσης απότομα τα συναλλαγματικά της αποθέματα, με αποτέλεσμα να φοβηθούν οι επενδυτές – οπότε να υποτιμηθεί ακόμη περισσότερο το ρούβλι (βραχυπρόθεσμα). Εκτός αυτού εκτινάχθηκαν οι αποδόσεις των ομολόγων και των CDS – με επόμενο αποτέλεσμα να γίνει πολύ ακριβός ο δανεισμός της από τις διεθνείς αγορές, αυξάνοντας τον κίνδυνο χρεοκοπίας της ακόμη περισσότερο.
(δ)  Από το 4ο διάγραμμα διαπιστώνεται πως, παρά το ότι οι εταιρίες εξόρυξης και παροχής ενέργειας στη Ρωσία είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν ακόμη και με μία τιμή του πετρελαίου της τάξης των 17$ ανά βαρέλι, το δημόσιο δεν μπορεί. Το πρόβλημα με τις χαμηλές τιμές ενέργειας λοιπόν έχει άμεση σχέση με τον προϋπολογισμό της χώρας – ο οποίος επιβαρύνθηκε σημαντικά τα τελευταία δυο χρόνια (ελλείμματα).
(ε)  Από το τελευταίο διάγραμμα (5) λύνεται η απορία, σχετικά με το γιατί ο ρυθμός ανάπτυξης της Ρωσίας είχε ήδη αρχίσει να υποχωρεί πριν από την πτώση των τιμών ενέργειας, καθώς επίσης προτού επιβληθούν οι δυτικές κυρώσεις – όπως διαπιστώθηκε στο πρώτο διάγραμμα.
Ειδικότερα, στο διάγραμμα συγκρίνονται οι άμεσες ξένες επενδύσεις (οι επενδύσεις που διενεργήθηκαν από ξένες χώρες ή επιχειρήσεις στην πραγματική οικονομία της  Ρωσίας και όχι στο χρηματιστήριο, σε ομόλογα κοκ.), με τον θετικό δείκτη επιχειρηματικού περιβάλλοντος – ο οποίος μετράει το κατά πόσον η εγχώρια γραφειοκρατία εμποδίζει τις ξένες επενδύσεις. Εάν ο δείκτης αυτός είναι πτωτικός, σημαίνει πως η ρωσική γραφειοκρατία δυσκολεύει περισσότερο τις νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες – ενώ όταν είναι ανοδικός τις διευκολύνει.
Από το διάγραμμα συμπεραίνεται λοιπόν πως τόσο ο δείκτης των άμεσων ξένων επενδύσεων, όσο και ο δείκτης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος ήταν πτωτικοί – γεγονός που σημαίνει ότι, η Ρωσία δεν ήταν φιλική ήδη από το 2012 όσον αφορά τις νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες των ξένων, ενώ οι κυρώσεις της Δύσης επιβάρυναν ακόμη περισσότερο το κλίμα.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, έχοντας λάβει μεταξύ άλλων υπ’ όψιν μας τη σημαντική μείωση της κατανάλωσης στη χώρα, λόγω κυρίως της υποτίμησης του ρουβλίου η οποία κατέστησε πολύ ακριβά τα εισαγόμενα προϊόντα, συμπεραίνουμε πως η ρωσική οικονομία συνεχίζει μεν να είναι αδύναμη, αλλά έχει ασφαλώς επιβιώσει από τη σφοδρή επίθεση των αγορών και της Δύσης – οπότε το μέλλον της δεν είναι καθόλου δυσοίωνο, ειδικά εάν πράγματι συμμαχήσει τελικά με τις Η.Π.Α., συνεργαζόμενη μαζί τους.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο ZERO του Μαρτίου 2017   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου