Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ: ΤΟ ΚΑΡΚΙΝΩΜΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ. Η ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ 820/1978 ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΦΑΡΜΟΣΤΗΚΕ ΠΟΤΕ-ΟΥΔΕΙΣ "ΜΕΓΑΛΟΚΑΡΧΑΡΙΑΣ" ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΙΜΩΡΗΘΗΚΕ ΠΟΤΕ-ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΕΡΕΥΝΑ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΠΑΝΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ.

ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ: ΤΟ ΚΑΡΚΙΝΩΜΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ. Η ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ 820/1978 ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΦΑΡΜΟΣΤΗΚΕ ΠΟΤΕ-ΟΥΔΕΙΣ "ΜΕΓΑΛΟΚΑΡΧΑΡΙΑΣ" ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΙΜΩΡΗΘΗΚΕ ΠΟΤΕ-ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΕΡΕΥΝΑ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΠΑΝΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
Επαμεινώνδας Ε. Πανάς

συντ. Καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Η φοροδιαφυγή στη χώρα μας δεν αποτελεί κάποιο νέο στοιχείο. Είναι φυσικό ότι οι περισσότεροι πολίτες, εφόσον μπορούν, δεν επιθυμούν να καταβάλουν φόρους και προσπαθούν να βρουν κάποιο τρόπο για να το πετύχουν.

Η φοροδιαφυγή ορίζεται ως μία μη σύννομη ενέργεια μείωσης ή αποφυγής πληρωμής των φόρων, αφού παραβιάζονται οι σχετικοί νόμοι φυσικών προσώπων. 

Ουσιαστικά ως φοροδιαφυγή νοείται το σύνολο των παράνομων ενεργειών των νοικοκυριών και επιχειρήσεων μέσω των οποίων ....
.....συντελείται η μείωση ή η πλήρης αποφυγή της φορολογικής τους υποχρέωσης. 

Φυσικά, η φοροδιαφυγή προϋποθέτει καταστρατήγηση «του γράμματος και του πνεύματος» του εκάστοτε φορολογικού νόμου.

Υπάρχουν και εξελιγμένες μέθοδοι φοροδιαφυγής, σύμφωνα με τις οποίες ο «εκσυγχρονισμένος» φοροφυγάς επιδιώκει να εκμεταλλευτεί τα κενά του νόμου. Ο βασικότερος τρόπος για την επίτευξη αυτού του σκοπού είναι η χρησιμοποίηση των λεγόμενων υπεράκτιων ή εξωχώριων (off-shore) εταιριών.

Προς το παρόν, παρά τα όσα εκάστοτε λέγονται ή ακούγονται, ο περιορισμός ή ακόμη και η πάταξη της φοροδιαφυγής παραμένει γράμμα κενό.

Το 1978 με νομοθετική ρύθμιση (Ν. 820/1978) η Κυβέρνηση Καραμανλή είχε χαρακτηρίσει τη φοροδιαφυγή ως «ιδιώνυμο» αδίκημα. Δηλαδή, η φοροδιαφυγή θεωρήθηκε ως ένα από τα σοβαρότερα αδικήματα.

Από το 1978 και ύστερα δεν υπήρξε φοροφυγάς που τιμωρήθηκε, επειδή  η πράξη του θεωρήθηκε ως εγκληματική. Δηλαδή, ουδέποτε εφαρμόσθηκε στην πράξη η νομοθετική ρύθμιση.

Με το νόμο Ν. 2523/1997 καθιερώθηκε στη χώρα μας το «ποινολόγιο», όπου ορίζεται ότι το αδίκημα της φοροδιαφυγής διαπράττει εκείνος ο οποίος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου εισοδήματος, παραλείπει να υποβάλει δήλωση φόρου εισοδήματος ή υποβάλει ανακριβή δήλωση, αποκρύπτοντας εισοδήματα οποιασδήποτε πηγής.

Ο δράστης των αδικημάτων αυτών τιμωρείται με φυλάκιση ενός έτους εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα εισοδήματα που απέκρυψε σε μια διαχειριστική χρήση υπερβαίνει το ποσό των 15.000€ και με ποινή κάθειρξης δέκα ετών αν το ποσό του φόρου που αναλογεί στα εισοδήματα που απεκρύβησαν υπερβαίνει τα 150.000€. Αν και οι υπηρεσίες διεπίστωσαν αρκετές περιπτώσεις φοροδιαφυγής άνω των 150.000€, ο σχετικός νόμος δεν εφαρμόστηκε στην πράξη.

Αφού λοιπόν δεν υφίσταται στον τόπο μας η παραδειγματική τιμωρία των ενόχων, θα εξακολουθούν να υπάρχουν εκείνοι που με ευρηματικό τρόπο θα υπερβαίνουν κάθε νέα νομοθεσία.

Διάφοροι παράγοντες επηρεάζουν την απόφαση του φορολογούμενου να φοροδιαφεύγει. Θα σημειώσουμε ενδεικτικά από τη βιβλιογραφία μερικούς από τους παράγοντες αυτούς.

Αρχικά, το επίπεδο του εισοδήματος έχει επίπτωση στη λήψη της απόφασης κάποιου να φοροδιαφύγει καθώς και οι φορολογικοί συντελεστές. Οι Wile και Woodbury, όπως επισημαίνει ο Richardson (2006), έδειξαν ότι οι φορολογούμενοι που ανήκουν στη μεσαία τάξη τείνουν να είναι συνεπείς με τους φορολογικούς νόμους, σε αντίθεση με τα άτομα που έχουν πολύ χαμηλά ή και πολύ υψηλά εισοδήματα.

Ο Feinstein (1991), σε έρευνά του, επισημαίνει ότι, όσο νεότερη ηλικία έχουν οι φορολογούμενοι, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να φοροδιαφεύγουν σε σύγκριση με τους έχοντες μεγαλύτερη ηλικία.

Ο Clotfelter (1983) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η φοροδιαφυγή είναι πιθανή αν ο φορολογούμενος διαβιώνει μεταξύ ατόμων που φοροδιαφεύγουν, που σημαίνει ότι και το κοινωνικό περιβάλλον επηρεάζει τη φοροδιαφυγή.

Σύμφωνα με τους Torgler και Valev (2010), το φύλο επίσης παίζει ρόλο στο θέμα της φοροδιαφυγής.

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει τη φοροδιαφυγή είναι η πηγή του εισοδήματος.

Ο Wallschutzky, όπως αναφέρει ο Richardson (2006), έδειξε ότι, όταν οι φορολογούμενοι είναι μισθωτοί, υπολογίζουν περισσότερο τους κινδύνους της φοροδιαφυγής.

Αν εξετάσουμε τη δομή του εργατικού δυναμικού της χώρας μας, θα διαπιστώσουμε ότι το 63,2% των απασχολούμενων, το 2012, ήταν μισθωτοί, ενώ τα υπόλοιπα 1.385.000 άτομα ελεύθεροι επαγγελματίες. Σε άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα στη Σουηδία, στην Ελβετία, στην Ιαπωνία, στις ΗΠΑ και στη Γερμανία, οι μισθωτοί αποτελούν το 90% των απασχολούμενων ατόμων. 

Όταν το ποσοστό των ελεύθερων επαγγελματιών, αυτοαπασχολούμενων, αγροτών και άλλων κατηγοριών ανέρχεται στο 36,8% είναι “εύκολο” να φοροδιαφύγει κάποιος, αφού ο κίνδυνος να εντοπιστεί κάποιος που φοροδιαφεύγει είναι πολύ μικρός και ο φοροεισπρακτικός μηχανισμός δεν είναι αποτελεσματικός για να περισυλλέξει έσοδα από την άμεση φορολογία. Γι’ αυτό και δεν είναι περίεργο το γεγονός ότι στην Ελλάδα οι άμεσοι φόροι από τη Φορολογία Εισοδήματος Φυσικών Προσώπων αντιπροσωπεύουν το 11,4%, ενώ στις χώρες της Ευρωζώνης το ποσοστό αυτό υπερβαίνει το 20%.

Φυσικά, οι μισθωτοί, σε σύγκριση με τους ελεύθερους επαγγελματίες, δεν έχουν τη δυνατότητα να φοροδιαφύγουν.

Ο Slemrod (2007) θεωρεί ότι ο πιο κρίσιμος παράγοντας που σχετίζεται με τη φοροδιαφυγή είναι η πιθανότητα του εντοπισμού του φοροφυγά καθώς και οι ποινές που του επιβάλλονται.

Όσο πιο πολύπλοκο είναι το φορολογικό σύστημα, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα φοροδιαφυγής. Αυτό ισχυρίζονται, σύμφωνα με τον Richardson (2006), οι Jackson και Milliron.

Οι ίδιοι επισημαίνουν ότι, όταν οι φορολογούμενοι θεωρούν ότι το φορολογικό σύστημα είναι δίκαιο τότε αποφεύγουν τη φοροδιαφυγή.

Επίσης, οι απόψεις και οι στάσεις των φορολογουμένων επηρεάζουν το φαινόμενο της φοροδιαφυγής. Όταν ο φορολογούμενος παρατηρεί ότι η Κυβερνητική πολιτική δεν είναι σωστή, π.χ. υπάρχει υψηλός πληθωρισμός και υψηλό ποσοστό ανεργίας ή η Κυβέρνηση είναι σπάταλη, τότε αποφασίζει ο φορολογούμενος να φοροδιαφύγει –βλ. Dell’Anno (2009).

Το θέμα της ηθικής, επίσης, μπορεί να θεωρηθεί ως πιο σημαντικός παράγοντας της φοροδιαφυγής. Αυτό επισημαίνουν οι Alm και Torgler (2006).

Επίσης, οι Torgler και Schaltegger (2006) βρήκαν ότι η θρησκεία παίζει ρόλο στο θέμα της φοροδιαφυγής, δηλαδή οι φορολογούμενοι που πιστεύουν στη θρησκεία είναι πολύ πιθανό να μην φοροδιαφεύγουν σε σύγκριση με εκείνους που δεν έχουν καμία θρησκευτική σχέση.

Στην ίδια έρευνα, οι Torgler και Schaltegger (2006) κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η εμπιστοσύνη του φορολογούμενου προς την Κυβέρνησή του θα επηρεάσει την απόφασή του να φοροδιαφύγει ή όχι.

Προς το παρόν, στην Ελλάδα, παρά τα όσα εκάστοτε λέγονται ή ακούγονται, ο περιορισμός ή ακόμη και η πάταξη της φοροδιαφυγής παραμένει γράμμα κενό.

Ακόμη, οι συχνές αλλαγές των φορολογικών συστημάτων – πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας έγιναν περισσότερες από 270 τροποποιήσεις του φορολογικού νόμου – δημιουργούν κάθε φορά διαφορετικές καταστάσεις και επιφέρουν σημαντικές μεταβολές, έτσι ώστε ακόμη και αν υπήρχαν τα κατάλληλα στατιστικά δεδομένα, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί ο τρόπος σκέψης των φορολογουμένων πολιτών.

Φυσικά, μπορεί να τεθεί το ερώτημα:

Γιατί ειδικά σήμερα μας απασχολεί τόσο η 

φοροδιαφυγή;

Όποτε αυξάνεται το δημοσιονομικό έλλειμμα και παράλληλα αυξάνεται η πίεση και η αναγκαιότητα για αύξηση των κρατικών εσόδων, τότε ορισμένοι Κυβερνητικοί παράγοντες θυμούνται ότι είναι η κατάλληλη χρονική συγκυρία για την εξέταση των λόγων ύπαρξης της φοροδιαφυγής.

Σε κάθε χώρα υπάρχει ένας τομέας της οικονομίας που “ανθεί” με τα κέρδη που αποκομίζει από τη φοροδιαφυγή. Ο τομέας αυτός είναι η “παραοικονομία”, αφού ο κύριος στόχος της παραοικονομίας είναι η φοροδιαφυγή. Λογικό είναι κάθε Κυβέρνηση να επιδιώκει την κατά το δυνατόν μεγαλύτερη μείωση της φοροδιαφυγής.

Η φοροδιαφυγή έχει σημαντικές άμεσες (ελλείμματα) και έμμεσες επιπτώσεις. Έτσι, αναγνωρίζεται ότι όσο πιο μεγάλη είναι η παραοικονομία, τόσο μεγαλύτερες είναι οι αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία και στην ανάπτυξή της.

Το επίπεδο της φοροδιαφυγής είναι μικρότερο από το συνολικό μέγεθος της παραοικονομίας, αλλά συνήθως χρησιμοποιείται ως μια προσέγγιση της φοροδιαφυγής.

Σύμφωνα με έρευνα του Tax Justice Network, στην οποία ο R. Murphy χρησιμοποίησε στατιστικά δεδομένα της Παγκόσμιας Τράπεζας εκτιμήθηκε το μέγεθος της Παραοικονομίας 145 χωρών και βρέθηκε ότι το κόστος από τη φοροδιαφυγή αυτών των κρατών είναι 3,1 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Ειδικότερα, στην Ελλάδα, όπως φαίνεται και στον πιο κάτω Πίνακα 1, χάνονται ετησίως 29,4 δισ. δολάρια από την παραοικονομία. Τα δεδομένα του Πίνακα αφορούν στο έτος 2011, αφού προς το παρόν δεν έχουν παρουσιαστεί τα πιο νέα δεδομένα, σκιαγραφούν όμως πολύ χαρακτηριστικά την εικόνα της φοροδιαφυγής.


Ειδικότερα για την Ελλάδα, από τα στοιχεία του Πίνακα 1 προκύπτει ότι το ποσό των ετήσιων απωλειών ανέρχεται περίπου σε 29,4 δισ. δολάρια, που αντιστοιχούν στο 96% των συνολικών δαπανών υγείας της χώρας!!!
Αναμφίβολα, οι συνέπειες της φοροδιαφυγής είναι τεράστιες, ιδιαίτερα, αν λάβει κάποιος υπόψη του τις σημερινές τραγικές συνθήκες για τη χώρα και τους Έλληνες. Αυτό το γεγονός υποχρεώνει την Κυβέρνηση να ασχοληθεί με σοβαρότητα για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Όμως, η έλλειψη λεπτομερούς διερεύνησης της «λίστας Λαγκάρντ» μέχρι σήμερα δείχνει ξεκάθαρα της ανεπάρκεια των λύσεων του προβλήματος της φοροδιαφυγής.

Ο φορολογούμενος, παρατηρώντας την έλλειψη αξιοποίησης της «λίστας Λαγκάρντ», ωθείται με τη σειρά του σε ορθολογικούς υπολογισμούς και σταθμίζει τα οφέλη από τη φοροδιαφυγή και τις αναμενόμενες απώλειες (η αξία της τιμωρίας επί την πιθανότητα εντοπισμού του), σε περίπτωση εντοπισμού. Εφόσον η πιθανότητα να εντοπισθεί ο φορολογούμενος είναι μικρή, το προσδόκιμο όφελος από τη φοροδιαφυγή αυξάνεται και αυτός ο “προνομιούχος” θα συνεχίσει να φοροδιαφεύγει.

Ειδικότερα σήμερα που η χώρα μας βρίσκεται κάτω από την επιτήρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Πολιτεία είναι υποχρεωμένη να δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στον περιορισμό της φοροδιαφυγής.

Η έκταση της φοροδιαφυγής μιας χώρας 

εξαρτάται βασικά από ΔΥΟ παράγοντες:

(α) από τη ροπή των φορολογουμένων για φοροδιαφυγή και

(β) από την ικανότητα της φορολογούσας αρχής να περιορίσει τη ροπή αυτή.

Πώς όμως μπορεί να αντιμετωπιστεί το μεγάλο θέμα της φοροδιαφυγής σε περίοδο έντονης οικονομικής κρίσης;

Τα σενάρια είναι τα ίδια πάντα. Καθιέρωση αυστηρότερων ποινών για πάταξη της φοροδιαφυγής και εντατικοποίηση των φορολογικών ελέγχων. Όμως αυτά δεν αποδίδουν πάντοτε και οι λόγοι είναι οι εξής:

Πρώτον: η φοροδιαφυγή εξαρτάται από το εκπαιδευτικό και μορφωτικό επίπεδο των πολιτών και μάλιστα εκείνων που είναι και φορολογούμενοι.

Δεύτερον: η φοροδιαφυγή εξαρτάται από το ηθικό επίπεδο των πολιτών και μάλιστα εκείνων που είναι και φορολογούμενοι.

Τρίτον: η φοροδιαφυγή εξαρτάται από τη διάρθρωση του φορολογικού συστήματος.

Τέταρτον: η φοροδιαφυγή αποτελεί συνήθως απόρροια μιας ριψοκίνδυνης απόφασης.

Πέμπτον: η φοροδιαφυγή αποτελεί παθολογική απόρροια της παραοικονομίας και της διαφθοράς της αντίληψης των φορολογουμένων.

Η διαγνωστική προσέγγιση λήψης των πληροφοριών σχετικά με τη συμπεριφορά του πολίτη – φορολογούμενου προϋποθέτει τη συλλογή πολύπλευρων δεδομένων για την αντιμετώπιση του προβλήματος της φοροδιαφυγής.

Κατ’ αρχήν πρέπει να εντοπιστούν ποιοι φοροδιαφεύγουν καθώς και οι παράγοντες και οι λόγοι για τους οποίους αυτοί ωθούνται σε φοροδιαφυγή.

Δηλαδή, πρώτα πρέπει να διερευνηθούν σε βάθος οι λόγοι για την ύπαρξη της φοροδιαφυγής.

Συχνά αναρωτιόμαστε: γιατί η προηγούμενη φορολογική μεταρρύθμιση δεν απέδωσε;

Γιατί δυστυχώς, δεν εντοπίζονται οι παράγοντες που βοηθούν στην φοροδιαφυγή.

Πραγματικά, στην Ελληνική κοινωνία επικρατεί έντονη αίσθηση ότι η φοροδιαφυγή είναι μια επιδημία, και συνεπώς για να ταυτοποιήσει κάποιος τους λόγους που πραγματικά συντείνουν στη φοροδιαφυγή οφείλει, πριν από τη διαμόρφωση κάποιου νόμου, να διαπιστώσει ποια είναι ακριβώς εκείνα τα στοιχεία που οι πολίτες θεωρούν ότι δημιουργούν τη συμπεριφορά του «φοροφυγάδα».

Διαπίστωση: διάφορες προσπάθειες που γίνονται μέσω νόμων, δείχνουν ότι η υγεία του φορολογικού συστήματος, η αποτελεσματικότητα των φοροεισπρακτικών μηχανισμών και η παράλειψη της ηθικής διάστασης οδηγούν σε διαχρονική πτωτική πορεία όλων αυτών των παραγόντων και αυτή η συστηματική πτωτική πορεία διαχρονικά αποτελεί και έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες εξασθένησης της Ελληνικής οικονομίας.

Πολλά είναι τα ερωτήματα που εγείρονται στο 

σημείο αυτό:

Γιατί αυξάνεται η φοροδιαφυγή;

Για ποιους λόγους φοροδιαφεύγει κάποιος;

Μήπως άραγε, όταν η Πολιτεία φτιάχνει ένα φορολογικό νόμο στηρίζεται σε μη ρεαλιστικές υποθέσεις;

Γιατί η ροπή των φορολογουμένων για φοροδιαφυγή έχει αυξηθεί, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια;

Τελικά: ποιοι είναι εκείνοι οι παράγοντες που επηρεάζουν τη φοροδιαφυγή στη χώρα μας;


Η φοροδιαφυγή στην Ελλάδα αρχίζει από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, χωρίς κανείς να γνωρίζει με βεβαιότητα τα αίτιά της.

Οι άνθρωποι συνήθως παρανομούν όχι επειδή έχουν διαφορετικά κίνητρα από τους άλλους, αλλά μάλλον επειδή η εκτίμησή τους για το κόστος και τα οφέλη της παράνομης αυτής πράξης διαφέρει από άτομο σε άτομο. 

Ειδικά για την περίπτωση της φοροδιαφυγής, οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται ως όντα λογικά, ο σκοπός των οποίων είναι να αυξήσουν την ωφέλειά τους.

Η μελέτη της φοροδιαφυγής, σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, μπορεί να πραγματοποιηθεί

(i) με βάση την οικονομική θεωρία

(ii) με βάση την κοινωνιολογική θεωρία

(iii) με βάση την ψυχολογική θεωρία.

Μεγάλη σημασία παρουσιάζουν οι επιπτώσεις του ρόλου της διαφθοράς στη φοροδιαφυγή και πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Αυτό συμβαίνει γιατί η διαφθορά διαταράσσει τους κανόνες του δικαίου και ταυτόχρονα εξασθενεί τους θεσμούς. 

Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η διαφθορά επηρεάζει την πρόθεση για φοροδιαφυγή είναι σημαντική για δύο κυρίως λόγους: πρώτον, γιατί συμβάλλει στην κατανόησή της συμπεριφοράς των ατόμων ως προς τη φοροδιαφυγή και δεύτερον, γιατί παρατηρώντας τη σχέση της φοροδιαφυγής με τη διαφθορά γίνεται αντιληπτό, ότι και οι δύο μεταβλητές συνθέτουν ένα δίαυλο που επηρεάζει την οικονομική ανάπτυξη.

Τελικά, υπάρχει σχέση ανάμεσα στη φοροδιαφυγή, την παραοικονομία και τη διαφθορά. Διαχρονικά στη χώρα μας η φοροδιαφυγή, η δωροδοκία και η διαφθορά έχουν μεταβληθεί σε καρκινώματα της Ελληνικής κοινωνίας.

Δυστυχώς, όποιες μεταρρυθμίσεις και αν έγιναν στο φορολογικό σύστημα, η φοροδιαφυγή και η διαφθορά δεν περιορίστηκαν, αλλά, αντιθέτως, αυξήθηκαν. Επομένως, για να γίνει αποτελεσματικός, κάθε νέος φορολογικός νόμος θα πρέπει να στηρίζεται σε στρατηγική αντι-φοροδιαφυγής και αντι-διαφθοράς. Οι συνέπειες της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς μπορούν να ελαχιστοποιηθούν μόνο όταν η Πολιτεία (η Κυβέρνηση) προτείνει και εφαρμόσει στρατηγική αντι-φοροδιαφυγής και αντι-διαφθοράς.

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια, λόγω της ιδιαίτερης σοβαρότητας της οικονομικής κρίσης για τη χώρα, όλοι προτείνουν ως πρόσφορη λύση την αξιοποίηση του πλούσιου ορυκτού πλούτου της χώρας (που όμως για την αξιοποίησή του θα πρέπει να περάσουν αρκετά χρόνια) και την πάταξη της φοροδιαφυγής. Η Κ. Λαγκάρντ, η επικεφαλής του ΔΝΤ, είχε εκφράσει τη συμπάθεια της προς τα παιδιά της Αφρικής παρά στους Έλληνες φοροφυγάδες…

Σήμερα, η Κυβέρνηση χρειάζεται αρκετά χρήματα, πρώτον για να ξεχρεώσει τα δυσβάσταχτα χρέη και δεύτερον για να πραγματοποιήσει τις κοινωνικές της υποχρεώσεις λόγω της μεγάλης ανθρωπιστικής κρίσης. Η φοροδιαφυγή αποτελεί ένα σημαντικό κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πρόβλημα που όταν συνδυάζεται με τη διαφθορά καταστρέφει την ηθική πρακτική, την ευημερία και τον κοινωνικό ιστό της χώρας.

Αν και η φοροδιαφυγή είναι ανήθικη ενέργεια, συνήθως δε συνδέεται με την έννοια της ηθικής.

Βέβαια, υπάρχει και η αναρχική θεώρηση, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει υποχρέωση στον πολίτη να πληρώνει κάποιους φόρους, όταν εκείνος θεωρεί ότι η Πολιτεία είναι παράνομη και επομένως πιστεύει ότι αυτή δεν έχει την ηθική δικαιοδοσία να του ζητάει χρήματα, εφόσον στο υποσυνείδητό του έχει καταγραφεί ως μία μορφή “μαφίας”.

Για το λόγο αυτό πρωταρχική σημασία έχει η αποκατάσταση των σχέσεων εμπιστοσύνης των πολιτών με την Κυβέρνηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου