Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

«Όταν πολεμάς για λευτεριά, δεν φοράς το καλό σου κοστούμι».

Στα χρόνια της δικτατορίας ο κόσμος εύρισκε παρηγοριά, τραγουδώντας αλλού δυνατά κι αλλού σιωπηλά, το πολυθρύλητο άσμα που ανέδειξε τον κ. Γ. Νταλάρα: «Να ΄τανε το ‘21»!

Ο επικός, πολυαίμακτος αγώνας της εθνικής παλιγγενεσίας υπήρξε πάντα για το λαό μας εμπνευστική δύναμη, ιδίως σε περιπτώσεις εξωτερικής πολεμικής απειλής. Το ’21 θα μπορούσε, κατάλληλα προβαλλόμενο, να μας υψώσει από τη σημερινή κακομοιριά, από τον ευτελισμό της χαμευνίας στο επίπεδο της αξιοπρεπείας. 

Δεν θα πω ότι όλα όσα έγιναν στη διάρκεια του 8χρονου αγώνα ήσαν καλά και άγια. Αλλ’  όπως έχει πει ο Ίψεν, «όταν πολεμάς για λευτεριά, δεν φοράς το καλό σου κοστούμι». Μια επανάσταση δεν είναι ρεβεγιόν, ούτε οι μάχες γίνονται με....... «κομφετί».

Ωστόσο, το ’21 έχει πάντα πολλά να μας πει, πολλά να μας διδάξει. Όχι μόνο με τα τρανά περιστατικά που τουλάχιστον στους παλαιότερους είναι γνωστά. Αλλά και με κάποια περιστατικά, από αυτά που περνούν στα «ψιλά» κι όμως ειδικά σήμερα είναι πολύ διδακτικά. Υποθέτω ότι ελάχιστοι συμπατριώτες μας γνωρίζουν το όνομα του Μανιάτη Ηλία Τσαλαφατίνου (γεννήθηκε στο ομηρικό Οίτυλο) που συμμετείχε στην απελευθέρωση της Καλαμάτας και υπήρξε –παρ’ ότι είχε 38 μόνον παλληκάρια-  ο εμψυχωτής της μάχης του Λεβιδίου (14 Απριλίου 1821). 

Ο αγωνιστής αυτός έλαβε μέρος σε όλες τις μάχες του Αγώνα, όχι μόνον σε αυτές που έγιναν στο Μοριά αλλά και σε πολλές που έγιναν στη Στερεά. ήταν ο τελευταίος που μαζί με τον Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον Νικηταρά εγκατέλειψαν το στρατόπεδο του Φαλήρου μετά το θάνατο του Καραϊσκάκη και την ονειδιστική ήττα στον Ανάλατο (24 Απριλίου 1827).

Αλλά η πιο γενναία πράξη του Ηλία Τσαλαφατίνου δεν ήταν πολεμική· ήταν ηθική. Κατά γενική ομολογία, πέρα από την παλληκαριά, που ήταν το μικρότερο από τα προτερήματά του, ο Ηλίας Τσαλαφατίνος υπήρξε ένα πελώριο ηθικό μέγεθος. Άνθρωπος με πολλά «εμβαδόν» ανιδιοτελείας. Λόγω της τεραστίας προσφοράς του, η Διοίκηση το 1823 τού προσέφερε από τα δημόσια εισοδήματα 2.000 γρόσια. Αλλ’ ο υπέροχος Μανιάτης απάντησε: 
Μπορεί αυτός να είναι φτωχός, αλλά το έθνος είναι φτωχότερο. Κι αποποιήθηκε την προσφορά!

Είναι γνωστή η ανιδιοτέλεια του ήρωα Νικηταράπου οι λεπτοστόμαχοι Δανδήδες του πνεύματος απεχθάνονται το παρωνύμιό του «Τουρκοφάγος»· ίσως με το «Τουρκοδίαιτος» συμβιβάζονται. Αυτός, λοιπόν, ο αγωνιστής που πέθανε μισότυφλος και φτωχός στον Πειραιά, είχε την ευκαιρία κυρίως στα Δερβενάκια, να κολυμπάει στο χρυσάφι. Δεν πήρε τίποτε από τα λάφυρα. Η Διοίκηση όμως του επέδωσε μια αδαμαντοκόλλητη σπάθη, την οποία λίγα χρόνια μετά ο Νικηταράς επέστρεψε για να εκποιηθεί, προκειμένου να συγκεντρωθούν χρήματα για την εκστρατεία του Καραϊσκάκη.
Αλλά το πιο συγκινητικό με την εκστρατεία αυτή είναι το περιστατικό με την Ψωροκώσταινα

Ο μεγάλος δάσκαλος Γεώργιος Γεννάδιος (από τη Σηλυβρία της Θράκης), όταν μετά την πτώση του Μεσολογγίου, η Επανάσταση έσβηνε και ο Ιμπραήμ με τον Κιουταχή αλώνιζαν Ρούμελη και Μοριά, άρχισε να εκφωνεί λόγους στο Ναύπλιο και να καλεί πάντα δυνάμενο να προσφέρει τον οβολό του. Ο ίδιος, μη έχοντας χρήματα, πρόσφερε τον εαυτό του ως διδάσκαλο επί διετία αμισθί, αρκεί να βρισκόταν κάποιος να καταβάλει υπέρ του εράνου το ποσό που αναλογούσε για μια διετή διδασκαλία.

Πολλοί εύποροι τότε έκαναν τον κουφό στη φωνή του καθήκοντος. Και ξαφνικά μέσα από το πλήθος, που άκουγε το Γεννάδιο, ξεπρόβαλε η θρυλική Ψωροκώσταινα. Ήταν χήρα από το Αϊβαλί. Ζούσε ρακένδυτη στο Ναύπλιο και εξασφάλιζε τα προς το ζην ξενοπλένοντας. 

Πολλοί την περνούσαν για ζητιάνα λόγω της πενιχρότητας των ενδυμάτων της. Κάποιοι δοκίμαζαν να την ελεήσουν. Αλλ’ η περήφανη Αϊβαλιώτισσα απέρριπτε κάθε προσφορά ελεημοσύνης. 

Γι’  αυτή την υπέροχη υπερηφάνεια τής είχαν κολλήσει το παρωνύμιο Ψωροκώσταινα, κατά το «ψωροπερήφανη». 
Αυτή, λοιπόν, η έχουσα εμφάνιση ζητιάνας χήρα από το Αϊβαλί, έδωσε το πιο ηχηρό χαστούκι στους απαθείς. 

Είχε συγκεντρώσει ένα ποσό χρημάτων για την ταφή της. Αλλά ακούγοντας τον Γεννάδιο να ομιλεί, αισθάνθηκε την ανάγκη να προσφέρει κι αυτή ό,τι μπορεί. Και κατέθεσε το πενιχρό «κομπόδεμά» της. Έτσι και με τον «οβολό της χήρας» σχηματίστηκε ο στρατός του Καραϊσκάκη.

Εκείνες τις θλιβερές ημέρες που ακολούθησαν την πτώση του Μεσολογγίου, μέσα στην Εθνοσυνέλευση, που είχε συγκληθεί για να εγκρίνει την «Πράξη της υποταγής» ή την «Πράξη υποτέλειας», στις 12 Απριλίου 1826 ο Δημ. Υψηλάντης, μία από τις αγνότερες και ηρωικότερες μορφές του Αγώνα, υπέβαλε έγγραφη διαμαρτυρία στην οποία μεταξύ άλλων έγραφε:
«Σᾶς φοβίζει ἡ πτώσις τοῦ Μεσολογγίου; 

Ἀφιερωθεῖτε ὡς καί εἰς τάς ἀρχάς τοῦ Ἀγῶνος εἰς τήν χαρακτηριστικήν ἐνέργειαν καί εἰς τόν πατριωτισμόν τῶν Ἑλλήνων· τό στῆθος κάθε Ἕλληνος εἶναι δεύτερον Μεσολόγγι. Σᾶς θορυβεῖ ἡ ἔλλειψις χρηματικῶν πόρων; Καταφύγετε εἰς τήν γενναιοφροσύνην τῶν πολιτῶν. Ἕλλην δέν ἐκώφευσε ποτέ εἰς τήν φωνήν τῆς πατρίδος».

Άλλο όμως η φωνή της πατρίδος κι άλλη η φωνή των κομμάτων. Η φωνή των κομμάτων, η διά της «ντουντούκας» πολλαπλασιαζόμενη, σκέπασε τη φωνή της πατρίδος. Γι’  αυτό περιήλθαμε σε νέα κατάσταση δουλείας. Στην ίδια διαμαρτυρία ο Δημ. Υψηλάντης είχε γράψει:

-«Δοῦλος εἶν’ εὔκολο νά γενῆ τις, ὅταν θέλη· αὐθέντης εἶναι δύσκολον».
Όντως, θέλει δουλειά και όχι δανεικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου